Rest Grego
4 traduções
| Tradução | Contexto | Áudio |
|---|---|---|
|
comum
🇫🇮 Lepo on tärkeää hyvinvoinnille
🇬🇷 Η ξεκούραση είναι σημαντική για την ευεξία
🇫🇮 Hän tarvitsee lepoa
🇬🇷 Χρειάζεται ξεκούραση
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇫🇮 Pidä lepo tauko työssäsi
🇬🇷 Κάνε ένα διάλειμμα στην εργασία σου
🇫🇮 Lepo tarkoittaa taukoa toiminnasta
🇬🇷 Η ξεκούραση σημαίνει διακοπή από τη δραστηριότητα
|
formal | |
|
técnico
🇫🇮 Laita kone lepokäyntiin
🇬🇷 Βάλε το μηχάνημα σε διακοπή λειτουργίας
🇫🇮 Lepo tarkoittaa pysähtymistä
🇬🇷 Η λέξη 'rest' σημαίνει να σταματάς
|
técnico | |
|
coloquial
🇫🇮 Ota pieni lepo ennen jatkoa
🇬🇷 Πάρε ένα μικρό διάλειμμα πριν συνεχίσεις
🇫🇮 Lepo on hyvä idea
🇬🇷 Το διάλειμμα είναι καλή ιδέα
|
coloquial |